20090531

Απ' το ψυγείο

Τα κορίτσια να μαγειρεύουν κι εγώ στο άλλο δωμάτιο να παίζω μουσική για το σπίτι, απέχει μακράν από την άχρονη ή μηδέν εννιά εκδοχή του "γυναίκα-κατσαρόλα / άνδρας-εφημερίδα σταυροπόδι".

Οπότε, ανεβάζω το παρακάτω, που ίσως μπορέσει να επιζήσει μες στην καλοκαιρινή ραστώνη, κατά την οποία βαριέσαι να πατήσεις το next στον player.

(τα "γεμιστά" συμπεριλαμβάνονται πλέον στο άλμπουμ loop loop)

20090526

Δεν είναι η ζέστη

Έχω βρει την προαναφερθείσα κασέτα, την πέρασα στον σκληρό μου μετά από μια εξουθενωτική επιχείρηση (είχα ξεχάσει κι ένα βύσμα, για χάρη του οποίου έριξα κι ένα έξτρα 90λεπτο μεσημεριανό περπάτημα). Το μόνο που μένει είναι να κάνω split τα κομμάτια και να τα ανεβάσω. Δεν το κάνω.

Σε κάτι ανασκαφές σε κούτες βρήκα ένα αρχαίο cd με κάποιες παλιές μουσικές μου από την εποχή που ήμουν φοιτητής. Ήταν γραμμένες με midi ήχους, οι οποίοι είχαν χαθεί κι έπρεπε να ξανακάνω assign τα πάντα. Το έκανα, μετά άκουσα τις μουσικές, συμπαθητικές ήταν, στο τέλος δεν έκανα save.

Αλλού, βρήκα ένα ωραίο μοτίβο που είχα γράψει το Γενάρη του '08 (βάσει των properties του αρχείου), παντελώς ξεχασμένο. Μου άρεσε, το άκουγα, ανεβοκατέβαζα τις εντάσεις, όλα καλά. Η επιλογή export φάνταζε σαν καταναγκαστική τιμωρία σχολείου.

Γράφω διφωνίες για το μη-αστικό τραγούδι μου. Τις σημειώνω στο χαρτί, φαίνονται όμορφες. Θέλω να τις ακούσω. Κι είναι τόσο απλό, ένα μικρόφωνο χρειάζεται μόνο. Το προγραμματίζω για το φθινόπωρο, για να μην με κουράσει η σκέψη.

Θυμήθηκα την εποχή που ερωτεύτηκα τόσο έντονα μετά από πολύ καιρό. Άλλαζαν όλα μέσα κι έξω. Ένα θολό, υγρό και γλυκό φίλτρο πίσω από τα μάτια μου και πριν από κάθε μου κίνηση. Το μόνο που με ενοχλούσε λίγο ήταν ότι αποχωριζόμουν τον προβληματικό μου εαυτό που τόσο μισούσα τα προηγούμενα χρόνια, μα -όπως προέκυπτε- τόσο στοργικά συντηρούσα (κι ίσως και να καμάρωνα κρυφά, βάσει μιας εφηβικής αντίληψης). Για μήνες ολόκληρους δεν έγραφα τίποτα. Είχε γίνει αυτό που πάντα ήθελα, να ξεφορτωθώ αυτό το κιβώτιο. Κι όταν θέλησα να ξαναγράψω, δεν είχαν προφανώς νόημα οι σκόπιμες πια αναταράξεις. Δεν ήξερα αν υπήρχε λόγος να συνεχίσω να γράφω, ώσπου απλώς (ή καθόλου "απλώς") προέκυψαν οι νέες εκτάσεις. Άγνωστες. Με τη νέα μου ζωή μέσα σε αυτές, όχι όμως σαν ισοβίως κεκτημένο οικοδόμημα, αλλά σαν ένα μικρό οίκημα που θέλεις να φροντίζεις για να σου παρέχει το πιο όμορφο παράθυρο για να χαζεύεις και να αφουγκράζεσαι τον κόσμο.

Σε βάθος χρόνου, φαίνονται όλα καθαρά: Η πρώτη εκείνη περίοδος έριχνε απλά τους σπόρους του περιεχομένου και ήταν φυσικά μια άριστη αφορμή για να σπάσω κάθε δομή στο γραπτό μου λόγο. Η δεύτερη όμως ήταν αυτή που έκανε τα κείμενα της πρώτης να φαντάζουν νεανικές ασυνάρτητες ή αβαθείς δοκιμές (έτσι είναι, όσο κι αν πίστευα ότι δεν θα το νιώσω αυτό ποτέ -πόσο μάλλον όταν, φευ, δεν υπήρχε τίποτα υποκριτικό ή δήθεν σε όσα έγραφα). Σκέφτομαι ότι η απώλεια δεν θα πάψει ποτέ να παρέχει πρόσφορο έδαφος για δημιουργία, μα συνάμα θα θέτει σε αυτήν τα δικά της όρια, που τις περισσότερες φορές δεν αφήνουν πίσω κάτι τουλάχιστον ευρύχωρο ή άξιο λόγου όταν πια το βλέπεις από κάποια απόσταση. Πλέον, οτιδήποτε φέρεται μόνο ως έκφραση απώλειας, μου προκαλεί ανία.

Ας είμαι λοιπόν -και για άλλον ένα λόγο- ευτυχής.

20090505

Ρεβάνς (για αυτές τις μέρες)

Οι ελληνικές ταινίες που είδα στα 80s, όντας μαθητής Δημοτικού, για τις οποίες η αίσθηση της πρώτης φοράς υπάρχει ακόμα μέσα μου, είναι δύο: Το "Νοκ Άουτ", το οποίο είχα δει στην εξοχή, σε ασπρόμαυρη τηλεόραση (από αυτές που έκαναν 5 λεπτά να ανοίξουν -πρώτα ερχόταν ο ήχος και μετά η εικόνα- κι όταν έκλειναν, έμενε για κάμποση ώρα μια λευκή τελίτσα στο κέντρο) και η "Ρεβάνς", την οποία είχα γράψει στο βίντεο και την έβλεπα κάθε τόσο.
Ήμουν τόσο μικρός, που δεν ήξερα τι σημαίνει η λέξη "χασίς" (την είχε αναφέρει ο Πουλικάκος σε εκείνην την καλτ σκηνή), τι σημαίνει "κάναμε σεξ και υπολογίσαμε τις μέρες" και δεν καταλάβαινα γιατί η λέξη "φασίστας" ήταν βρισιά και μάλιστα ισοδύναμη, αν όχι μεγαλύτερη, της "πουτάνας". Θυμάμαι ότι αυτό που με τσίγκλαγε ευχάριστα, παρά το αγνό και άβγαλτο της ηλικίας μου, ήταν το ότι έβλεπα τρεις ανθρώπους να συνυπάρχουν ερωτικά.

Μια από αυτές τις μέρες έκανα βόλτα στην παλιά μου γειτονιά. Έφυγα από εκεί στα 19 μου, ξαναπήγα στα 23 μου κι έκτοτε την επισκέπτομαι 2-3 φορές το χρόνο. Αυτή τη φορά, ήταν λίγο χειρότερα από μίζερα και μάλλον θα αργήσω πολύ να ξαναπάω. Ωστόσο, ακόμα κι αυτή η βόλτα πρέπει να ανήκει σε αυτόν τον κύκλο των ημερών, όπου όλα σχετίζονται μεταξύ τους, χωρίς να το επιδιώκουμε:

Η κασέτα που έψαχνα τις προάλλες περιείχε, εκτός των λυκειακών πονημάτων, τη μουσική που είχα γράψει καθώς ξανάβλεπα την Ρεβάνς, όντας φοιτητής πλέον (μάλιστα μου είχαν ήδη λυθεί οι προαναφερθείσες απορίες της ταινίας, από την καλή κι απ΄την ανάποδη), όπως και τη δικιά μου εκδοχή ενός σαχλού τραγουδιού που άκουγα την εποχή του "Νοκ Άουτ" (και πιο πριν) σε μια μονοκατοικία που ξανάδα σε αυτήν την τελευταία βόλτα, ενώ αναρωτιέμαι πού βρίσκεται η κούτα με τα τεύχη του "01" ακούγοντας μετά από χρόνια τον "Ασύρματο Κόσμο" (η Μοτοκούζι στο repeat), σαν ένα flashback στα τέλη του Λυκείου δηλαδή, τότε που έγραφα τις μουσικές στο sonix (της κασέτας που λέγαμε), τότε που έβλεπα το Unplugged των Pearl Jam (το οποίο ξανάδα αυτές τις μέρες -κυκλοφόρησε σε dvd πριν λίγο καιρό), τότε που έγραφα τα πρώτα μου κείμενα χάρη στην παρότρυνση ενός κοριτσιού που εμπιστευόμουν τόσο πολύ τότε, τα οποία άνοιγαν μια περίοδο που κράτησε δέκα χρόνια, με ένα από τα τελευταία κείμενα αυτής να αναφέρεται σε μια σκηνή από μια ταινία που είχα δει στα 80s (την εποχή της Ρεβάνς, του Νοκ Άουτ και της μονοκατοικίας), στην οποία ένας άντρας αφού γδύνεται σιωπηλά, τον φανερώνει ένα φως καθώς ανοίγει η πόρτα και τότε αυτός νωχελικά κρύβει τα γεννητικά του όργανα με το χέρι -σκηνή που θυμάμαι σαν όνειρο από την ταινία-γρίφο που είδα ξανά πριν λίγα χρόνια, τυχαία κι ήμουν για λίγες ώρες υπό την επήρεια ενός χαλαρού εγκεφαλικού.

Συνδέονται τόσο εύκολα αυτά μεταξύ τους, που αναρωτιέμαι αν αυτές τις μέρες μπορώ να νιώσω κάτι διαφορετικό. Σαν να με έχουν τοποθετήσει σε ένα γυάλινο δωμάτιο, απ' όπου βλέπω όλο τον κόσμο κι ενώ νομίζω ότι μπορώ να τρέξω οπουδήποτε, στ' αλήθεια το μόνο που μπορεί να συμβεί είναι να κάνω κύκλους γύρω από τον εαυτό μου κι απλά να δοκιμάζω διαφορετικούς συνδυασμούς με τα μοναδικά 5-6 αντικείμενα και παιχνίδια που έχω μες στο δωμάτιο. Η οποία εικόνα, με τη σειρά της, μου θυμίζει ένα από τα πρώτα κείμενα που είχα γράψει τότε

Αυτές τις μέρες, χωρίς να έχω σκεφτεί τίποτα από τα παραπάνω, είδα ξανά το "Νοκ Άουτ" και τη "Ρεβάνς". Μου άρεσαν ακόμα. Κι ελπίζω να μην πάει έτσι η ζωή μου, που ασυναίσθητα (μα σε πλήρη αρμονία με ό,τι θα συμβαίνει) να βάλω να δω την "Ευδοκία".

20090501

Άλυτες ή ανούσιες απορίες (4x2=6)

Καμιά φορά, καθώς συγυρίζω τα χαρτιά με τα κείμενα και τις νότες, πέφτει το μάτι μου σε προσχέδια και προηγούμενες βερσιόν κάποιων τραγουδιών μου, πλέον "ολοκληρωμένων". Κλείνω τα χαρτιά γρήγορα, μα ενίοτε με προφταίνει μια ακαθόριστη μελαγχολία.

Θυμάμαι ακόμα εκείνο το βράδυ που έγραφα ένα τραγούδι, είχα πει 2-3 φορές καθ' όλη τη διάρκεια "Αυτό είναι. Ως εδώ. Κλείνουν τα μάτια μου", αλλά συνέχιζα, επειδή μου άρεσε πολύ. Στα τελευταία λεπτά, είχα χάσει επαφή με το περιβάλλον, έπιανα την πλέον απλή συγχορδία και παραξενευόμουν από το περίεργο σχήμα που είχε πάρει το χέρι μου. Συνέχιζα υπνωτισμένος, ώσπου το τέλειωσα. Είμαι απολύτως βέβαιος ότι αν είχα εξαρχής σταματήσει να παίζω και συνέχιζα πχ την επομένη, το τραγούδι θα ήταν διαφορετικό. Πώς όμως θα ήταν; Και γιατί το έληξα εκεί, στο πρώτο βράδυ;
Όσο ζυγισμένα κι εξαντλητικά χτενισμένα είναι όσα γράφω, αυτό που με κάνει να λέω "το τραγούδι ολοκληρώθηκε" δεν αφορά στο ίδιο το τραγούδι μόνο, με αποτέλεσμα η τελική μορφή ενός κομματιού να εμπεριέχει τις συνθήκες και τη διάθεση της συγκεκριμένης νύχτας -πάντα νύχτα έγραφα.

Το τυχαίο του αποτελέσματος και οι αναπόφευκτα χαμένες παραλλαγές είναι αυτά που μου προκαλούν την προαναφερθείσα μελαγχολία, με τον ίδιο τρόπο που συμβαίνει όταν σκέφτομαι ότι η ζωή μου, οι φίλοι μου, όλα όσα έζησα, όσα γνώρισα κι όσα είδα είναι πρώτ' απ' όλα μια αλυσίδα τυχαίων περιστατικών, τα οποία διαχειρίστηκα όπως μου επέτρεπε κι επέβαλλε η κατά καιρούς κυμαινόμενη ιδιοσυγκρασία μου.

Ας μην το πάρω από πολύ πίσω -μόνο ένα μικρό δείγμα: Αν δεν είχα εκείνη την εφηβική έπαρση και τον κωλοπαιδίστικο χαρακτήρα που έκανε κάποιους να αλλάζουν μέχρι και Δέσμη (για να γελάω αργότερα με τον κολλητό μου -άλλος διάολος), αν δεν έκανα με αυτόν κόντρες στις Πανελλήνιες στο ποιος θα τα λύσει όλα πιο γρήγορα (το βράδυ κάθε παραμονής εξετάσεων πίναμε μπύρες) και δεν είχα κάνει την πράξη 4x2=6 για να βγω πρώτος έξω -έχοντας γράψει στα Μαθηματικά ένα άνετο 18,5, θα ήμουν σε άλλη σχολή, σε άλλη πόλη, με άλλους φίλους, άλλους έρωτες, άλλες μουσικές, άλλες νύχτες, άλλες σκέψεις, άλλα ρούχα, άλλες εικόνες, άλλα βιβλία, άλλες φράσεις, άλλες ταινίες, άλλη ζωή. Μόνο από αυτό.

Δεν μετανιώνω για τίποτα, με την έννοια ότι είναι τόσο εύθραυστο αυτό το σύμπλεγμα των αλληλοεξαρτώμενων συμβάντων, που αν κάτι έστω μικρό άλλαζε, η ζωή μου θα ήταν σίγουρα αλλιώς. Και η ζωή μου είναι τώρα αυτό που θέλω, μετά από πολύ κόπο και πολύ πολύ πόνο, κάτι τόσο ζωντανό που ρέει για να εξελίσσεται διαρκώς σε κάτι που μου αρέσει ακόμα πιο πολύ.

Κι έχεις, λοιπόν, έναν άνθρωπο δίπλα σου, που λες "αυτός είναι. Μόνος αυτός θα μπορούσε να είναι", αλλά σκεπτόμενος τα παραπάνω, αναρωτιέμαι: Κάνοντας την αριθμητική πράξη σωστά, χάνεις την πιθανότητα να γνωρίσεις αυτόν τον άνθρωπο; Κι αν δεν τον γνώριζες, θα ήταν κάποιος άλλος; Μα, πώς γίνεται να ήταν κάποιος άλλος;
Όσο κι αν έχω προσπαθήσει, όσο κι αν έχω διαλύσει τα μούτρα μου, όσο κι αν παλεύω για αυτό που βιώνω κι απολαμβάνω καθημερινά, έρχεται κάθε τόσο ένα ανεπαίσθητο συμβάν που μου κλείνει το μάτι.

Να απολαύσουμε το τυχαίο της ζωής.
Είμαστε απλά εκδοχές που αναμένουν να ξεδιπλωθούν.